Total Pageviews
Sunday, January 25, 2026
ΚΕΜΠΕΚ - Η πορεία προς ένα τρίτο δημοψήφισμα
Με το βλέμμα στραμμένο στις επερχόμενες επαρχιακές εκλογές και την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις να του δίνει αέρα νίκης, το Parti Québécois οριστικοποίησε το προσχέδιο της πολιτικής του πλατφόρμας, κατά το πρόσφατο ετήσιο συνέδριό του.
Το λεγόμενο «Μπλε Βιβλίο» δεν αποτελεί απλώς ένα προεκλογικό πρόγραμμα, αλλά έναν οδικό χάρτη για την ίδρυση ενός νέου κράτους. Ο αρχηγός του κόμματος Paul St-Pierre Plamondon ξεκαθάρισε τις προθέσεις του, εστιάζοντας σε τέσσερα κρίσιμα σημεία που θα αποτελέσουν τη βάση της αυριανής διακυβέρνησης.
Δημοψήφισμα: Δέσμευση για διεξαγωγή τρίτου δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία.
Νόμισμα: Πρόταση για δημιουργία εθνικού νομίσματος ή, εναλλακτικά, υιοθέτηση του αμερικανικού δολαρίου.
Γλώσσα: Περαιτέρω αυστηροποίηση των γλωσσικών κανονισμών για την προστασία της γαλλικής γλώσσας, σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής.
Ιθαγένεια: Πρόβλεψη για ιθαγένεια του Κεμπέκ, με την πρόταση οι πολίτες να μπορούν να διατηρήσουν και την καναδική υπηκοότητα, εφόσον το επιθυμούν.
Παρά την εκλογική άνοδο του PQ, τα δεδομένα παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ το κόμμα προηγείται στην πρόθεση ψήφου, η υποστήριξη προς την ίδια την ανεξαρτησία (μία κίνηση που χαρακτηρίζεται από πολλούς ως «πολιτικό ρίσκο υψηλού κινδύνου») παραμένει σταθερά κοντά στο 35%. Αυτό το χάσμα υποδηλώνει ότι ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων εμπιστεύεται το κόμμα, αλλά παραμένει διστακτικό απέναντι στο ενδεχόμενο μιας οριστικής ρήξης με την Οτάβα.
Οι επικριτές του προγράμματος προειδοποιούν για το τεράστιο οικονομικό και θεσμικό κόστος μιας τέτοιας μετάβασης. Η διαδικασία απόσχισης θα απαιτούσε εξαντλητικές διαπραγματεύσεις με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση που θα μπορούσαν να διαρκέσουν χρόνια, βυθίζοντας την αγορά σε αβεβαιότητα.
Η πρόταση για το νόμισμα φέρνει στο προσκήνιο νέες προκλήσεις. Η υιοθέτηση του αμερικανικού δολαρίου, για την «διασφάλιση» της οικονομικής συνέχειας, μπορεί να προσφέρει σταθερότητα, αλλά ενέχει τον κίνδυνο να αυξήσει την οικονομική και πολιτιστική εξάρτηση από τις ΗΠΑ.
Σε μια εποχή όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη και η παγκόσμια τεχνολογία μιλούν κατά βάση Αγγλικά, η προσπάθεια για αυστηροποίηση των γλωσσικών κανονισμών φαντάζει ως ένας δύσκολος αγώνας ενάντια στο ρεύμα της εποχής.
Στελέχη της αντιπολίτευσης σχολίασαν ότι η υπόσχεση για διατήρηση της καναδικής υπηκοότητας ενώ εγκαταλείπεται το εθνικό σύστημα, είναι ένα «πολιτικό τρικ».
Με το 17% του πληθυσμού να αποτελείται από αλλογενείς, η έννοια του «εθνικισμού» επαναπροσδιορίζεται. Η ιστορική δυσαρέσκεια πολλών Γαλλο-Κεμπεκουά προς τον υπόλοιπο Καναδά παραμένει ζωντανή, ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι το Κεμπέκ έχει κερδίσει μια προνομιακή θέση εντός της Συνομοσπονδίας, απολαμβάνοντας απόλυτα δικαιώματα.
Συνεπώς, το στοίχημα για το Parti Québécois είναι πλέον ξεκάθαρο: Μπορεί να πείσει μια σύγχρονη, υλιστική κοινωνία ότι το όραμα ενός κυρίαρχου έθνους αξίζει τις μακρόχρονες θυσίες και τις στερήσεις που θα απαιτηθούν;
Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από το αν μπορεί να αποδείξει ότι η ανεξαρτησία δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, αλλά ένα βιώσιμο οικονομικό και κοινωνικό πλάνο που θα ευοδωθεί στο μέλλον...
Tuesday, January 20, 2026
Πώς θα ήταν οι ΗΠΑ σήμερα με την Κάμαλα Χάρις στο τιμόνι;
Ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ γιορτάζει τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του εφαρμόζοντας τη στρατηγική «America First», με δασμούς και αυστηρή μεταναστευτική πολιτική, πολλοί αναλυτές και πολίτες αναρωτιούνται: Πώς θα έμοιαζε η Αμερική του 2026 αν η Κάμαλα Χάρις βρισκόταν σήμερα στο Οβάλ Γραφείο;
Στο υποθετικό σενάριο της προεδρίας Χάρις, η αμερικανική οικονομία δεν θα επικεντρωνόταν στους οριζόντιους δασμούς, αλλά στην ενίσχυση της μεσαίας τάξης.
Αντί για την αποδόμηση του ομοσπονδιακού κράτους και τις εμπορικές εντάσεις, η διακυβέρνηση Χάρις θα είχε πιθανότατα οικοδομηθεί πάνω στους πυλώνες της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων και της ενίσχυσης των διεθνών συμμαχιών.
Φορολογικές ελαφρύνσεις: Θα βρισκόμασταν ήδη στην εφαρμογή της διευρυμένης φορολογικής πίστωσης για παιδιά, ένα μέτρο που η Χάρις θεωρούσε κεντρικό για την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας.
Στέγαση: Αντί για απελάσεις που επηρεάζουν το εργατικό δυναμικό στις κατασκευές, η Χάρις θα πίεζε για το πρόγραμμα επιδότησης $25.000 για την πρώτη κατοικία και την κατασκευή 3 εκατομμυρίων νέων κατοικιών.
Ακρίβεια: Θα βλέπαμε πιθανώς την πρώτη ομοσπονδιακή νομοθεσία κατά της «αισχροκέρδειας» στα τρόφιμα, μια αμφιλεγόμενη αλλά κεντρική υπόσχεση της εκστρατείας της.
Δικαιώματα και κλίμα: Σε αντίθεση με τη συντηρητική στροφή του Ανώτατου Δικαστηρίου που ενθαρρύνεται από τη σημερινή κυβέρνηση, η πρόεδρος Χάρις θα είχε θέσει ως απόλυτη προτεραιότητα την κωδικοποίηση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων σε ομοσπονδιακό νόμο.
Στο μέτωπο της κλιματικής αλλαγής, οι ΗΠΑ δεν θα αποχωρούσαν από τις διεθνείς συμφωνίες. Αντιθέτως, θα επιτάχυναν την πράσινη μετάβαση, επενδύοντας δισεκατομμύρια σε καθαρή ενέργεια και ηλεκτροκίνηση.
Στην εξωτερική πολιτική, η διαφορά θα ήταν χαοτική. Η Χάρις θα διατηρούσε την παραδοσιακή γραμμή στήριξης προς το Κίεβο και τη στενή συνεργασία με τους Ευρωπαίους συμμάχους, αποφεύγοντας τις απειλές για αντίποινα και αποχώρηση από τη Συμμαχία.
Αν και θα παρέμενε σταθερή στη στήριξη του Ισραήλ, η ρητορική της θα ήταν πολύ πιο πιεστική για την προστασία των αμάχων στη Γάζα και τη λύση των δύο κρατών.
Όσον αφορά το Κογκρέσο, η προεδρία Χάρις δεν θα ήταν απαραίτητα στρωμένη με ροδοπέταλα. Με ένα Κογκρέσο που πιθανότατα θα παρέμενε εχθρικό ή οριακά ελεγχόμενο, πολλές από τις ριζοσπαστικές της προτάσεις θα έβρισκαν τοίχο. Η χώρα θα βίωνε ίσως ένα διαφορετικό είδος «παράλυσης», με συνεχείς δικαστικές προσφυγές κατά των ομοσπονδιακών αποφάσεων.
Συμπερασματικά, η Αμερική της Κάμαλα Χάρις θα ήταν μια χώρα της «συνέχειας» και της κοινωνικής μεταρρύθμισης, σε αντίθεση με την Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ που είναι η χώρα της «ρήξης» και της αναθεώρησης.
Αν η πρώτη θα ήταν καλύτερη από τη δεύτερη, παραμένει ένα καυτό ερώτημα στο οποίο οι ψηφοφόροι στην κάλπη του 2024 καλούνται να απαντήσουν...
Monday, January 12, 2026
Φεμινίστριες... α λα καρτ
Με αφορμή μια ανάρτηση - που μάλλον πέρασε στα ψιλά - ο Πρόεδρος της Αυστρίας Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν, επανάφερε στο προσκήνιο μια παλιά και κάθε άλλο παρά αθώα συζήτηση: τη μαντίλα, τη μπούρκα και τα όρια ανάμεσα στην αλληλεγγύη, τον συμβολισμό και την πολιτική αμηχανία.
Ο Αυστριακός πρόεδρος έγραψε πρόσφατα στο κοινωνικό δίκτυο Χ: «Με την αυξανόμενη ισλαμοφοβία, θα έρθει η μέρα που θα πρέπει να ζητήσουμε από όλες τις γυναίκες να φορούν μαντίλα, για να δείξουν αλληλεγγύη σε όσες το κάνουν για θρησκευτικούς λόγους». Μια δήλωση, που θα πρέπει να πούμε δεν προκάλεσε ιδιαίτερο σεισμό εντός Αυστρίας.
Βέβαια, ο Βαν ντερ Μπέλεν δεν ανακάλυψε τώρα αυτό το αφήγημα. Από την εποχή της εκλογής του στην προεδρία το 2017, είχε διατυπώσει παρόμοιες απόψεις, υποστηρίζοντας ότι οι μουσουλμάνες γυναίκες που φορούν μαντίλα υφίστανται διακρίσεις σε τέτοιο βαθμό, ώστε ίσως θα έπρεπε «όλες οι γυναίκες να τη φορούν από… συμπόνια».
Το χρονικό πλαίσιο της δήλωσης είναι αυτό που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο αμήχανα. Την ίδια στιγμή που γυναίκες στο Ιράν - και όχι μόνο - ρισκάρουν τη ζωή τους για να πετάξουν τη μαντίλα και να διεκδικήσουν το αυτονόητο δικαίωμα της επιλογής, ένας ευρωπαίος πρόεδρος προτείνει, έστω θεωρητικά, την καθολική χρήση της ως πράξη αλληλεγγύης. Εκεί που άλλες γυναίκες αγωνίζονται να βγάλουν το πέπλο, η Ευρώπη συζητά αν πρέπει να το φορέσει από… ενσυναίσθηση.
Η ιστορία βέβαια δεν είναι καινούργια. Στο Ιράν, μετά την επανάσταση του Χομεϊνί, το πέπλο επιβλήθηκε ως κρατική υποχρέωση. Σε κάθε περίπτωση, το κοινό νήμα είναι ένα: η γυναίκα ως πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, είτε στο όνομα της θρησκείας είτε στο όνομα της προόδου.
Και εδώ γεννιέται το εύλογο ερώτημα: τι έχουν να πουν τώρα οι φεμινίστριες, οι αντιρατσίστριες και όλες οι αυτοπροσδιοριζόμενες «προοδευτικές» φωνές της Αυστρίας και της Ευρώπης γενικότερα; Θα φορέσουν και αυτές μαντίλες και μπούρκες για να δείξουν τη συμπόνια τους; Ή μήπως η αλληλεγγύη εξαντλείται στα λόγια, αρκεί να μην αγγίζει άβολες αντιφάσεις;
Το εντυπωσιακό και ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η σχεδόν εκκωφαντική σιωπή που ακολούθησε τη δήλωση του Βαν ντερ Μπέλεν εντός της ίδιας της Αυστρίας. Καμία μαζική κατακραυγή, καμία έντονη δημόσια συζήτηση, κανένα κύμα αντίδρασης. Σαν να πρόκειται για μια ακόμα «θεωρητική άσκηση» πολιτικής ορθότητας, που όλοι προτιμούν να αφήσουν να αιωρείται, μήπως και εξαφανιστεί μόνη της.
Τελικά, ίσως το πρόβλημα δεν είναι η μαντίλα αυτή καθαυτή, αλλά η ευκολία με την οποία κάποιοι στην Ευρώπη μιλούν για δικαιώματα χωρίς να ακούν όσους παλεύουν γι’ αυτά. Διότι η πραγματική αλληλεγγύη δεν επιβάλλεται, δεν γενικεύεται και σίγουρα δεν φοριέται σαν αξεσουάρ πολιτικής ευαισθησίας.
Κατά τα άλλα, όλα καλά: η υποκρισία, όπως φαίνεται, παραμένει διαχρονικά της μόδας και ευτυχώς, αυτή δεν χρειάζεται μαντίλα για να τη …φορέσεις.
Tuesday, January 6, 2026
Χρόνος, άνθρωποι και όσα έχουν σημασία...
Μπήκαμε αισίως στο 2026, αφήνοντας πίσω μας έναν χρόνο γεμάτο από όλα εκείνα -πολλά ή λίγα - που κάναμε. Και, φυσικά, από όλα όσα είχαμε σχεδιάσει με ενθουσιασμό, αλλά τελικά έμειναν κάπου ανάμεσα σε ένα «θα το κάνω σύντομα» και ένα «του χρόνου σίγουρα». Αν κάτι μας διδάσκει κάθε αλλαγή χρόνου, είναι ότι συχνά τα σχέδια μένουν στο συρτάρι...
Όμως, η αρχή του νέου έτους δεν είναι η ώρα των ενοχών ούτε της αυτοκριτικής.
Δεν είναι η στιγμή να μετρήσουμε αποτυχίες και παραλείψεις. Είναι η ώρα της χαράς, της ψυχραιμίας και - γιατί όχι - του σωστού προγραμματισμού. Και λέμε χαράς, γιατί το πιο βασικό δεδομένο είναι πως, για να μπορούμε να διαβάζουμε αυτές τις γραμμές, είμαστε εδώ. Είμαστε καλά. Ή, τουλάχιστον, όσο καλά μπορεί να είναι κανείς σε έναν κόσμο που τρέχει ασταμάτητα.
Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας. Πόσοι συνάνθρωποί μας υπέφεραν τον περασμένο χρόνο και εξακολουθούν να υποφέρουν; Πόσοι αποχαιρέτισαν αγαπημένα πρόσωπα, πόσοι είδαν την υγεία τους, τη δουλειά τους ή την ασφάλειά τους να κλονίζονται; Σε ένα περιβάλλον, όπου οι ρυθμοί της καθημερινότητας συνδυάζονται με απεριόριστες προκλήσεις, αυτές οι σκέψεις δεν είναι θεωρητικές. Είναι βιωμένες.
Γι’ αυτό, ίσως το πρώτο πράγμα που αξίζει να κάνουμε μπαίνοντας στο 2026 είναι να μετρήσουμε και να εκτιμήσουμε τις δικές μας ευλογίες. Όχι από εφησυχασμό, αλλά από σεβασμό προς τη ζωή. Και από αυτή τη θετική αφετηρία να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε τα επόμενα βήματά μας.
Το πιο σημαντικό, πιστεύω, είναι να καθορίσουμε ξεκάθαρα τις προσωπικές μας προτεραιότητες. Μόνο όταν αυτές είναι σαφείς μπορούμε να μιλάμε για ισορροπημένη ζωή. Διαφορετικά, τρέχουμε συνεχώς πίσω από υποχρεώσεις που δεν διαλέξαμε και στόχους που δεν μας εκφράζουν. Ταυτόχρονα, οφείλουμε να προστατεύσουμε τον προσωπικό μας χρόνο. Κάπου είχα διαβάσει ότι δεν υπάρχει πιο άδικο και πιο σπάταλο πράγμα από το να αφήνουμε τον χρόνο να περνά χωρίς σκοπό - και δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει.
Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους που έχουν πραγματική σημασία για εμάς.
Αν καθίσουμε να υπολογίσουμε τον ουσιαστικό χρόνο που τους αφιερώνουμε, είναι πολύ πιθανό να εκπλαγούμε - και όχι ευχάριστα. Συχνά, τα πρόσωπα που αγαπάμε περισσότερο παίρνουν τη μικρότερη μερίδα από την καθημερινότητά μας, ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι συχνά το καταλαμβάνουν ανούσιες «υποχρεώσεις».
Το τραγικότερο; Ο χρόνος περνά μακριά και από τις προτεραιότητές μας και από τους ανθρώπους μας. Και αυτό δεν διορθώνεται με υποσχέσεις, αλλά με επιλογές.
Ίσως, λοιπόν, το 2026 να μην χρειάζεται μεγαλεπήβολα σχέδια. Ίσως να χρειάζεται απλώς λίγη περισσότερη επίγνωση, λίγο καλύτερο προγραμματισμό και το θάρρος να πούμε «όχι» σε όσα μας απομακρύνουν από όσα έχουν πραγματικά αξία.
Αν τα καταφέρουμε έστω και λίγο, τότε θα μιλάμε για έναν καλό νέο χρόνο.
Η ζωή είναι σύντομη! Ονειρευτείτε και αξιοποιήστε στο έπακρο το 2026!
Subscribe to:
Comments (Atom)



