Total Pageviews

Sunday, November 1, 2026

Κεμπέκ: Ο επικίνδυνος δρόμος του εθνικισμού

Η στάση της νέας επαρχιακής κυβέρνησης στο Κεμπέκ και η προκλητική απόφαση του πρωθυπουργού Paul St-Pierre Plamondon να μποϊκοτάρει τη Σύνοδο Κορυφής μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Καναδά αποτελούν μια ηχηρή και ανησυχητική επιβεβαίωση των πραγματικών προθέσεων του Parti Québécois. Για ακόμη μία φορά στην ιστορία της επαρχίας, η πολιτική ηγεσία επιλέγει να θέσει πάνω από το κοινό καλό, τη σταθερότητα και την ανάπτυξη έναν και μοναδικό ιδεολογικό στόχο: την απόσχιση του Κεμπέκ από τον υπόλοιπο Καναδά. Η επιλογή της αποχής από μια τόσο θεμελιώδη διεθνή σύνοδο δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική απρέπεια, αλλά καταδεικνύει μια επικίνδυνη αδιαφορία για κρίσιμες συμφωνίες. Πρόκειται για διεθνείς συμφωνίες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την τοπική οικονομία, να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις και να βελτιώσουν ουσιαστικά το καθημερινό επίπεδο ζωής των ίδιων των πολιτών. Αντί για την προώθηση της συλλογικής ευημερίας, προτάσσεται απροκάλυπτα μια πολιτική απομονωτισμού, όπου οι διεθνείς σχέσεις, η εμπορική ανάπτυξη και οι οικονομικές ευκαιρίες θυσιάζονται αδίστακτα στον βωμό του εθνικιστικού δογματισμού. Ο πολιτικός φανατισμός στο Κεμπέκ δεν αποτελεί δυστυχώς νέο φαινόμενο. Ιστορικά εκδηλώνεται συστηματικά μέσα από έντονες και τοξικές ιδεολογικές πολώσεις, οι οποίες επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την εθνική ταυτότητα, τη γλώσσα και την ανεξαρτησία. Η επιστροφή του Parti Québécois αναζωπύρωσε επικίνδυνα τα πάθη, την ίδια ακριβώς στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών εμφανίζεται πλέον εξαντλημένη και κουρασμένη από την προοπτική νέων εθνικών διχασμών, αβεβαιότητας και εσωστρέφειας. Τα διδάγματα του παρελθόντος είναι αμείλικτα και οι συνέπειες του φανατισμού έχουν καταγραφεί με μελανά χρώματα στην ιστορία της επαρχίας: Η δράση της αυτονομιστικής οργάνωσης FLQ το 1970 οδήγησε σε ακραίες τρομοκρατικές ενέργειες, βομβιστικές επιθέσεις και απαγωγές πολιτών, βυθίζοντας ολόκληρη την κοινωνία στον φόβο και την ανασφάλεια. Τα Δημοψηφίσματα του 1980 και του 1995 είχαν ολέθριες οικονομικές συνέπειες. Πλήθος μεγάλων επιχειρήσεων, τραπεζικών ιδρυμάτων και πολυεθνικών κολοσσών αφαίρεσαν την εμπιστοσύνη τους από την περιοχή και μετέφεραν εσπευσμένα τα κεντρικά τους γραφεία στο Τορόντο. Αποτέλεσμα ήταν να χαθούν δεκάδες χιλιάδες πολύτιμες θέσεις εργασίας και το Κεμπέκ, από κύριο εμπορικό και οικονομικό κέντρο ολόκληρου του Καναδά που μεσουρανούσε, να μετατραπεί σταδιακά σε μια περιθωριοποιημένη επαρχία-παρατηρητή των εξελίξεων. Σήμερα, η κυβέρνηση Plamondon συμπεριφέρεται αυθαίρετα και προκλητικά ως κυβέρνηση ανεξάρτητου κράτους, παρότι δεν διαθέτει καμία απολύτως λαϊκή ή συνταγματική εντολή για κάτι τέτοιο. Με το ποσοστό προτίμησης των πολιτών προς την κυβέρνηση να βρίσκεται στο ισχνό 28% και με το 70% της κοινωνίας να απορρίπτει κατηγορηματικά την προοπτική της ανεξαρτησίας, η ηγεσία επιμένει να αγνοεί προκλητικά τη θέληση της πλειοψηφίας. Η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει αδιάψευστα ότι όπου επικρατεί ο δογματισμός, ο φανατισμός και οι ιδεολογικές εμμονές, η πρόοδος και η ευημερία αναστέλλονται πλήρως. Για άλλη μία φορά, τις βαριές συνέπειες αυτών των πολιτικών τακτικισμών καλείται να υποστεί ο ταλαίπωρος λαός του Κεμπέκ…